Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

cine underground

Babylon (1981)
Μια από τις τρεις πιο γνωστές ταινίες που περιστρέφονται γύρω από τη reggae κουλτούρα & τις ταξικές καταβολές της αλλά η λιγότερη γνωστή & μάλλον η πιο υποτιμημένη. Είχαν ήδη προηγηθεί το The harder they come (1972) & το Rockers (1978). To Babylon ακολουθεί πιστά τα χνάρια των προγόνων του όσο αφορά τη reggae μουσική που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ταινίας αλλά & όσο αφορά τις ταξικές αναφορές. Οι διαφορές του όμως με τις προαναφερθείσες ταινίες είναι σημαντικές. Καταρχάς, το Babylon είναι γυρισμένο στη δεύτερη πρωτεύουσα της reggae, στην Αγγλία (οι προηγούμενες δυο είχαν γυριστεί στη Τζαμάικα) & σίγουρα οι πολιτικές πινελιές στο σενάριο δεν είναι απλά διάσπαρτες αλλά αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό της.

 Η ταινία είναι γυρισμένη στο Λονδίνο & πιο συγκεκριμένα στα λούμπεν & προλετάρια δυτικά & κυρίως νότια & νοτιοανατολικά προάστια του. Οι περισσότερες σκηνές είναι γυρισμένες στις περιοχές του Lewisham & του Lambeth (στο ιστορικό Brixton για την ακρίβεια), περιοχές της λευκής & έγχρωμης εργατικής τάξης στις οποίες  & κατοίκησαν τα πρώτα μαζικά μεταναστευτικά ρεύματα από τη Καραϊβική κυρίως αλλά & από διάφορες περιοχές της Αφρικής. Το story της ταινίας διαδραματίζεται στα πολύ πρώιμα 80s όταν & η πολυπολιτισμικότητα της αγγλικής μητρόπολης δεν είχε ριζώσει ακόμη για τα καλά στους κόλπους της τοπικής κοινωνίας. Κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας είναι ο νεαρός  Λονδρέζος (2ής γενιάς μετανάστης από τη Τζαμάικα) εργάτης  Blue τον οποίο υποδύεται ο Brindsley Forde (ιδρυτικό μέλος της αγγλικής reggae μπάντας Aswad) & η υπόλοιπη παρέα του. 

Ο Blue που κατοικεί στο νοτιανατολικό Λονδίνο, τα πρωινά εργάζεται σαν μηχανικός αυτοκινήτων & το υπόλοιπο διάστημα της μέρας τριγυρνά στους δρόμους με τη παρέα του (ανάμεσα σε αυτούς & ο λευκός επίσης εργάτης φίλος του με τον οποίον & δουλεύουν παρέα), πίνουν τσιγάρα, ακούν μουσική & το σημαντικότερο, παίζουν μουσική μιας & έχουν στήσει ένα soundsystem του οποίου frontman είναι ο ίδιος ο Blue. Ο Blue διατηρεί & σχέση με μια  τύπισσα που θεωρεί ότι η σχέση αυτή παραμελείται από τον «αλητήριο» Blue που προτιμά να τριγυρνά με τη παρέα του στους δρόμους & στα πιο underground dance halls της μητρόπολης του Λονδίνου. 

 Η ταινία στην ουσία παρουσιάζει μερικές μέρες από τη καθημερινότητα του Blue & της παρέας του.  Ολόκληρη η παρέα ετοιμάζεται για το σπουδαίο γεγονός του battle of the soundsystems που θα πραγματοποιηθεί στο άμεσο μέλλον. Σε αυτό το reggae/dub soundsystem live θα αναμετρηθεί το soundsystem του Ital Lion (o Blue δηλαδή) με αυτό του ΤΕΡΑΣΤΙΟΥ Jah Shaka, που στη ταινία εκτός του ότι παίζει τον εαυτό του, η σκηνή στην οποία παρουσιάζεται έχει σκηνοθετηθεί από τον ίδιο! Για όσους δεν γνωρίζουν, ο Jah Shaka είναι ο πρώτος ο οποίος γνώρισε στην αγγλική μουσικόφιλη κοινωνία τα soundsystems (που δημιουργήθηκαν στη μακρινή Τζαμάικα) & τα εδραίωσε. Και είναι από τους πρώτους (μαζί με τους Pablo Gad, Aswad, Dennis Bovel, Linton Kwesi Johnson, Aisha, Mad Professor  κτλ)  στους οποίους οφείλεται ο μετέπειτα χαρακτηρισμός του «μεγάλου νησιού» σαν τη 2η πατρίδα του reggae ήχου & κουλτούρας. Κάπως έτσι εξελίσσεται & η ταινία που μας παρουσιάζει ανάμεσα στα άλλα & τις προετοιμασίες της παρέας για το επικείμενο battle. Οι προετοιμασίες περιέχουν τη κλοπή ενός ηχείου από ένα δημόσιο γυμναστήριο (για να αντικατασταθεί μια ζημιά που προκλήθηκε στο soundsystem από τον οξύθυμο & απρόσεκτο Beefy), αφισοκολλήσεις για τη προπαγάνδιση του battle καθώς & δράσεις προπαγάνδας ενάντια στον Shaka.  Οι προετοιμασίες συνεχίζονται με την επιλογή της μελωδίας πάνω στην οποία θα χτιστεί το live performance του  Ital Lion & τις πρόβες στο υπόγειο με τη παρέα να χορεύει & να πίνει ρο ξεχνώντας για λίγο τη δύσκολη καθημερινότητα.

Αυτή η καθημερινότητα αποτελεί την άλλη όψη της ταινίας. Ο Blue έχει να αντιμετωπίσει καταρχάς την εργασιακή εκμετάλλευση & καταπίεση που του ασκεί ο παρτάκιας & ρατσιστής λευκός εργοδότης του. Όταν ξεχειλίζει το ποτήρι & ο Blue του ανακοινώνει πως δεν αντέχει πια να δουλεύει σαν σκλάβος (σαν τους μακρινούς του προγόνους στη Τζαμάικα & αλλού) για πενταροδεκάρες, το αφεντικό του τον αποκαλεί μαϊμού. Όπως αναφέρθηκε & πριν, τα πρώτα μαζικά μεταναστευτικά ρεύματα προς την Αγγλία ήταν πολύ πρόσφατα & η πολυπολιτισμικότητα δεν είχε ακόμη εδραιωθεί. Για αυτό το λόγο ο ρατσισμός ήταν ακόμη αρκετά διάχυτος, ωμός, βίαιος & απροκάλυπτος.  Κάπως έτσι λοιπόν η ταινία παρουσιάζει τις αντιπαραθέσεις της παρέας αυτής των νεολαίων με ρατσιστές, μικροαστούς & φασίστες λευκούς «αγανακτισμένους» γείτονες. Εκείνη τη περίοδο άλλωστε η νεοφασιστική συμμορία British National Front (& μετέπειτα κόμμα με την ονομασία British National Party) αποτελούσε το καθρέφτη της αγγλικής συντηρητικής & βίαιης ακροδεξιάς που εκείνη την εποχή ήταν στα χρόνια (late 70s- early 80s) της πρόσκαιρης ανόδου της στο δρόμο. Στη τελευταία μάλιστα αντιπαράθεση της παρέας με «αγανακτισμένους» γείτονες ο φασαριόζος & καθόλου ψύχραιμος Beefy προσπαθεί να προσεγγίσει τους ρατσιστές για να επιστρέψει λίγο από τη βία που δέχεται τόσα χρόνια από τους φασίστες αλλά & από το κράτος. Τη τελευταία στιγμή μεσολαβούν οι φίλοι του & κυρίως ο λευκός της παρέας. Μερικές μέρες μετά, φασίστες του BNF μπουκάρουν στο υπόγειο προβάδικο των παιδιών & τα σπάνε όλα. Ο Beefy μόλις το βλέπει τρελαίνεται & τα βάζει εναντίον όλων, ακόμη & με το μοναδικό λευκό της παρέας, τον Errol. Εκεί σε μια φρενίτιδα ρατσιστικής υπερ- απλούστευσης & τσουβαλιάσματος, χτυπά τον αθώο φίλο του νομίζοντας πως με αυτόν τον τρόπο εκδικείται τη καταπίεση που του ασκεί το σύστημα ολόκληρο. Πριν τα πράγματα χειροτερέψουν επεμβαίνουν οι υπόλοιποι της παρέας.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Blue βιώνει στο πετσί του & την επίσης ρατσιστική συμπεριφορά & κτηνωδία της αστυνομίας. Αλλά η ζωή για ένα έγχρωμο νεαρό μετανάστη 1ης ή 2ης  γενιάς κρύβει & άλλες δυσκολίες. Η οικογένεια του Blue είναι πάμπτωχη & αυτός τώρα άνεργος. Εκτός αυτού, ο πατέρας του πιστός στις παραδόσεις του πατριαρχικού μοντέλου μιας τυπικής τζαμαϊκανής οικογένειας καταπιέζει & αυτός με τη σειρά του τον Blue. Τον κατακρίνει που παράτησε τη δουλειά, που δεν έχει φράγκα, που αλητεύει από δω & από κει & που ακούει την αλήτικη αυτή reggae & ska μουσική. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο Blue αντιμετωπίζει & την απόρριψη της παραμελημένης σχέσης του. Μετά από όλα αυτά & ανήμερα της μέρας του battle of the soundsystems ο Blue βρίσκει έναν από τους ρατσιστές «αγανακτισμένους» γείτονες & τον τραυματίζει θανάσιμα. Στη συνέχεια καταφτάνει στο dancehall τη τελευταία στιγμή & αρπάζοντας το μικρόφωνο αρχίζει να τραγουδά για όλα αυτά που ζούσε αυτός & τόσοι άλλοι ακόμη νέοι της εποχής. Για τη καταπίεση της Βαβυλώνας, του συστήματος δηλαδή, απέναντι στους αδύναμους που έχει ξεκινήσει αιώνες τώρα (από τα σκλαβοπάζαρα της Αμερικής) & συνεχίζεται ακόμη με άλλη μορφή. Τραγουδά για τις κοινωνικές-ταξικές ανισότητες & για την αστυνομική κτηνωδία. Καλεί όλους τους αδερφούς & αδερφές του να σηκώσουν ανάστημα μπροστά στη Βαβυλώνα & να διεκδικήσουν τα αυτονόητα. Κατά τη διάρκεια του battle καταφθάνουν στο χώρο ασφ-αλήτες. Θέλουν να μπουν στο χώρο για να συλλάβουν τον Beefy αλλά ο ιδιοκτήτης του dancehall παρέα με τα πρωτοπαλίκαρα- φίλους του (παιδάκια ένα & ένα όλα!) ρίχνουν μια μεγαλοπρεπή «πόρτα» στους μπάτσους. Στη συνέχεια o Shaka διακόπτει το set του Blue για να ενημερώσει τους θαμώνες για την επίσκεψη των μπάτσων & για τη σοβαρή πιθανότητα να επιστρέψουν με ενισχύσεις. Ορισμένοι από αυτούς φεύγουν πανικόβλητοι. Βλέποντας το αυτό, ο Blue προτρέπει τα αδέρφια του να μην ανεχθούν ξανά & άλλη καταπίεση & πως τώρα είναι η στιγμή για να υψώσουν ανάστημα. Πράγματι οι περισσότεροι δεν εγκαταλείπουν το dancehall, κάποιοι άλλοι αμπαρώνουν τη πόρτα & ο Blue συνεχίζει να τραγουδά. Τη στιγμή που οι μπάτσοι είναι έτοιμοι να σπάσουν τη πόρτα ο Blue φωνάζει όλο νόημα: Ούτε Βήμα πίσω
 Υ.Γ1: Εννοείται πως η μουσική σε αυτό το αριστουργηματικό & πέρα ως πέρα διδακτικό κινηματογραφικό underground διαμάντι έχει πρωτεύον ρόλο. Ακούγονται μουσικές των Dennis Bovell, Aswad, I Roy κ.α ενώ τα soundsystems που εμφανίζονται είναι των Jah Shaka, Mighty Observer & Rootsman Hi Fi (σαν Ital Lion).

Υ.Γ2: Η ταινία προβλήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα από το dub’n’bass crew (de_control) στη κατάληψη Apertus στις 31/05/13 & εν μέσω αντιφασιστικής εγρήγορσης σε ολόκληρη τη πόλη. H προβολή πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της 1ης μέρας του 2μέρου για τα τέσσερα χρόνια του αυτό- οργανωμένου ραδιοφώνου της πόλης μας, της Ραδιουργίας 87,7FM. Το dub’n’bass crew μάλιστα υποτίτλισε τη ταινία μιας & δεν υπήρχαν πουθενά ελληνικοί υπότιτλοι. Η βραδιά έληξε με ένα παραδοσιακό roots reggae/dub σετ.

Y.Γ3: Αποτείνοντας ελάχιστο φόρο τιμής σε αυτή τη διδακτικότατη ταινία επιλέξαμε το εξώφυλλο της 1ης αυτής έντυπης απόπειρας μας να αποτελεί μια ευθεία & ξεκάθαρη αναφορά στο Babylon.

► Pusher (1996)
Ο Φρανκ είναι λουμπεν βαποράκι. Τριγυρνά στη πόλη με τον φίλο του Τόνυ. Μια μεγάλη δουλειά που ανέλαβε δεν θα πάει καλά και τώρα πρέπει να βρει άμεσα λεφτά για να ξεπληρώσει τον Σέρβο μεγαλέμπορο Μίλο. Η πρώτη ταινία της τριλογίας Pusher (1996-2005) αποτέλεσε μεγάλη έκπληξη για κοινό και κριτικούς. Γνώρισε μεγάλη επιτυχία σε όλη την Ευρώπη, αυτόματα έγινε cult και έκανε γνωστό τον 26χρονο τότε Nicolas Winding Refn (ναι, αυτός που έκανε το Drive το 2011) και τους πρωταγωνιστές. Νταραβέρια, clubbing, εστιατόρια, χλιδές μετατρέπονται με μια στραβή σε τρεχάλα, ανακρίσεις, αναποδιές και οριακές καταστάσεις. H δικαιολογία- πέταξα την πρέζα στη λίμνη για να γλυτώσω απο τους μπάτσους- δεν είναι αρκετή για τον Μίλο και η ζωάρα γίνεται εφιάλτης.

Ένας κόσμος βίας με φόντο μια μη καρποσταλ-ική παρακμιακή, πολυφυλετική Κοπεγχάγη όπου η ανθρώπινη ζωή δεν αξίζει τίποτα. Μοναδικό ίχνος ανθρωπιάς -η πρεζού πόρνη πολυτελείας φίλη του Φράνκ. Οι Κακόφημοι Δρόμοι (1973) της Κοπεγχάγης χωρίς γκλαμουριές, στερεότυπα και πολιτική ορθότητα. Κάμερα στο χέρι, γραμμική αφήγηση, ξερό στόρυ, ντοκιμαντερίστικο ύφος, φρενήρης ρυθμός, βρώμικη γλώσσα, πορνεία, σκατόφατσες, απληστία, μοναξιά, αδιέξοδα, άγχος, σοκαριστική ωμή πανταχού παρών βία σε όλα τα επίπεδα, καντήλια, ένταση, άγριος ρεαλισμός, σαπίλα, σκληρές κιθάρες, τσιτωμένη ατμόσφαιρα, νύξεις χιούμορ, σεξιστικά αστεία, ανατροπές και σασπένς. Στο 2ο πρωταγωνιστεί ο Τόνυ και στο 3ο ο Μίλο. Δεν προτείνουμε το βρετανικό copy/paste remake του 1ου σε παραγωγή του Refn.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου